Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγνωστο Αρχαία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγνωστο Αρχαία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Άγνωστο Αρχαία Ελληνικά Β' Λυκείου


Ἀνδοκίδου, «Περὶ τῶν μυστηρίων», 6 - 8
 
Αἰτοῦμαι οὖν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι ἐμοὶ τῷ ἀπολογουμένῳ ἢ τοῖς κατηγόροις, εἰδότας ὅτι κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε, ἀνάγκη τὸν ἀπολογούμενον ἔλαττον ἔχειν. Οἱ μὲν γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου ἐπιβουλεύσαντες καὶ συνθέντες, αὐτοὶ ἄνευ κινδύνων ὄντες, τὴν κατηγορίαν ἐποιήσαντο· ἐγὼ δὲ μετὰ δέους καὶ κινδύνου καὶ διαβολῆς τῆς μεγίστης τὴν ἀπολογίαν ποιοῦμαι. […] Ἔτι δὲ καὶ τόδε ἐνθυμητέον, ὅτι πολλοὶ ἤδη πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθησαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς , ὥστε ὑμᾶς πολὺ ἂν ἥδιον δίκην λαβεῖν παρὰ τῶν κατηγόρων ἢ παρὰ τῶν κατηγορουμένων· οἱ δὲ αὖ, μαρτυρήσαντες τὰ ψευδῆ ἀδίκως ἀνθρώπους ἀπολέσαντες, ἑάλωσαν παρ’ ὑμῖν ψευδομαρτυρίων, ἡνίκ’ οὐδὲν ἦν ἔτι πλέον τοῖς πεπονθόσιν.

Λεξιλόγιο

αἰτέομαι -οῦμαί τινά τι = ζητώ, παρακαλώ, απαιτώ από κάποιον κάτι
αἰτέομαι -οῦμαί τινα + απαρέμφατο = ζητώ από κάποιον να
παρέχω τινί τι = δίνω, προσφέρω, προξενώ σε κάποιον κάτι//παρέχω πράγματα = ενοχλώ//παρέχει (απρόσωπο) = επιτρέπεται, είναι δυνατό


ἀκροάομαι -ῶμαι = ακούω, υπακούω ἔλαττον ἔχω = μειονεκτώ
ἔχω + τελικό απαρέμφατο = μπορώ να
ἔχω ἐπί τινι = έχω εχθρικές διαθέσεις για κάποιον
ἔχω + τροπικό επίρρημα: έχει απρόσωπη σημασία (εννοείται ως υποκείμενο «τὸ πρᾶγμα»)
ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό, σχεδιάζω κάτι εναντίον κάποιου, μηχανεύομαι, συνωμοτώ, επιβουλεύομαι
συντίθημι = συνδυάζω, συνθέτω, κατασκευάζω, επινοώ, χαλκεύω.
ποιοῦμαι κατηγορίαν= απαγγέλλω κατηγορία, προσάπτω κατηγορία, κατηγορώ//ποιοῦμαι ὀργὴν= οργίζομαι//μνείαν ποιοῦμαι = μνημονεύω
πρόφασιν ποιοῦμαι = προφασίζομαπαραχρῆμα = αμέσως
ἐξελέγχω τινὰ + κατηγορηματική μετοχή = αποδεικνύω ότι κάποιος
δίκην λαμβάνω παρά τινος = τιμωρώ, παίρνω εκδίκηση από κάποιον
δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι//δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ//δίκην φεύγω = δικάζομαι//δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη //δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι ἀπόλλυμι (ή ἀπολλύω) τινὰ = εξολοθρεύω, σκοτώνω, καταστρέφω κάποιον
ἀπόλλυμι (ή ἀπολλύω) τι = χάνω κάτι//ἀπόλλυμαι (ὑπό τινος) = πεθαίνω, χάνομαι, εξολοθρεύομαι, καταστρέφομαι (από κάποιον)
ψευδομαρτύρια (τὰ) = η ψευδορκία
ἁλίσκομαι ψευδομαρτυρίων (γενική της ποινής ή του εγκλήματος) = καταδικάζομαι για ψευδορκία (ως δικανικό ρήμα)//ἁλίσκομαι ὑπό τινος / ἐπί τινι (παθητικό του αἱρῶ) = συλλαμβάνομαι(για έμψυχα), κυριεύομαι (για άψυχα), νικιέμαι//ἁλίσκομαι (απόλυτα) = καταστρέφομαι, νικιέμαι
ἁλίσκομαι + κατηγορηματική μετοχή = συλλαμβάνομαι να …οὐδέν ἐστι πλέον τινὶ = δεν υπάρχει κανένα όφελος για κάποιον
(στην περίπτωση αυτή το επίθετο «πλέον» λειτουργεί ως ουσιαστικό)
εἰμὶ ἔν τινι = ασχολούμαι με κάτι
ἔν τινί ἐστι = εξαρτάται από κάποιον
εἰμὶ ὑπό τινος / ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου
οἱ πεπονθότες = οι παθόντες, τα θύματα


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σας παρακαλώ λοιπόν, κύριοι δικαστές, να δείξετε μεγαλύτερη εύνοια σε εμένα που απολογούμαι παρά στους κατηγόρους, γιατί γνωρίζετε ότι και αν ακόμη ακούτε με την ίδια προσοχή (ενν. και τους δύο), αναγκαστικά ο απολογούμενος βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Διότι αυτοί απήγγειλαν την κατηγορία, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα τη σχεδίασαν με δόλο και την επεξεργάστηκαν (χάλκευσαν), χωρίς οι ίδιοι να διακινδυνεύουν· εγώ όμως απολογούμαι με φόβο και κίνδυνο και με πάρα πολλές συκοφαντίες (ή: μια σοβαρότατη συκοφαντία) εναντίον μου. [...] Ακόμη, πρέπει να αναλογιστείτε και το εξής, ότι δηλαδή πολλοί έως τώρα, αφού απήγγειλαν πολλές και φοβερές κατηγορίες αμέσως αποδείχθηκαν ότι ψεύδονται τόσο φανερά, ώστε εσείς με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα τιμωρούσατε τους κατηγόρους παρά τους κατηγορουμένους· άλλοι πάλι, αφού έδωσαν ψευδείς μαρτυρίες (ψευδομαρτύρησαν) (και) αφού εξόντωσαν άδικα ανθρώπους, καταδικάστηκαν κατά την κρίση σας για ψευδορκία, όταν πια δεν υπήρχε κανένα όφελος για τα θύματά τους.


Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Αρχαία Ελληνικά, Συντακτικοί όροι Νο4 - Πως μεταφράζονται!


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
δυνητική μετοχή
ως μετοχή ( ανάλογα με το είδος της) και ως δυνητική έγκλιση
δυνητική οριστική
θα + παρατατικό, θα ήταν δυνατό να, θα μπορούσα να
δυνητικό απαρέμφατο
ως απαρέμφατο (κυρίως ειδικό) και ως δυνητική έγκλιση
ειδικές προτάσεις
ότι, που
εναντιωματικές προτάσεις
αν και, μολονότι, ενώ
παρόλο που, κι αν
(ακόμη), ακόμη κι αν,
ούτε κι αν
έναρθρο απαρέμφατο
το να + υποτακτική,
το ότι + οριστική, με
αφηρημένο ουσιαστικό

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Αρχαία Ελληνικά, Συντακτικοί όροι Νο3 - Πως μεταφράζονται


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
δοτ. προσ. Αντιχαριστική
για + αιτιατική, προς βλάβη του, εναντίον του
δοτ. προσ. Κτητική
ως υποκείμενο στο ρήμα, έχω ή σε + αιτιατική
δοτ. προσ. Χαριστική
για χάρη του, για + αιτιατική
δοτ. προσ. του κρίνοντος
για μένα, κατά τη γνώμη μου, όσο με αφορά
δοτική προσωπική
αν αποδώσουμε το, απρόσωπο ρήμα με προσωπικό η Δ.Π. γίνεται υποκείμενο
δοτική προσωπική ηθική
προς μεγάλη του χαρά, προς λύπη του ή με απλή γενική

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Αρχαία Γ' Γυμνασίου 1ου Γυμνασίου Συκεών


Το υποστηρικτικό υλικό απευθύνεται στους μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου του 1ου Γυμνασίου Συκεών, δημιουργήθηκε από τη φιλόλογο της τάξης Θεοδωρίδου Ε.

          http://sites.google.com/site/arxaiag/grammatike/klise-lyo

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Αρχαία Ελληνικά, Συντακτικοί όροι Νο2 - Πως μεταφράζονται


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
άναρθρο απαρέμφατο τελικό
να + υποτακτική
αναφορικές προτάσεις
ανάλογα με την αναφορική αντωνυμία
αντικείμενο
με πλάγια πτώση ή εμπρόθετο
απαρέμφατο αναφοράς
ως προς το να, στο να, να
απαρέμφατο σκοπού
για να, ώστε να, να
γενική διαιρετική
από + αιτιατική

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Αρχαία Ελληνικά, Συντακτικοί όροι Νο1 - Πως μεταφράζονται


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
αιτιολογικές προτάσεις
διότι, επειδή, καθόσον, καθώς, εφόσον, μια που
αιτιολογική μετοχή
επειδή, διότι, λόγω του ότι, αφού, τη στιγμή που, μια και
        αιτιολογική μτχ. υποθετικής
        αιτιολογίας
σαν να, λες και
     αιτιολογική μτχ. Υποκειμενικής     
               αιτιολογία
επειδή κατά τη γνώμη του, με την ιδέα του ότι
     άναρθρο απαρέμφατο ειδικό
ότι, πως + οριστική

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Αρχαία Ελληνικά για το Άγνωστο Κείμενο Β’ & Γ’ Λυκείου (Βασικά Ρήματα και η Σύνταξή τους Νο 3)

1. παύω = (+αιτ. +γεν./+ αιτ. +κατηγ.μτχ) σταματάω κάποιον από/ παύομαι: (+γεν./+κατηγ.μετχ.) σταματάω να…
2. τιμωρ = (+δοτ.) βοηθώ/ (+αιτ.) τιμωρώ/ τιμωροῦμαι: (+αιτ.) τιμωρώ, εκδικούμαι
3. γιγνώσκω = (+αιτ./+αιτ. +κατηγ. μτχ./+ειδ. απρμφ./+ειδ. προτ.) γνωρίζω/
(+τελ. απρμφ.) αποφασίζω
4. δέομαι = (+γεν./+γεν. +τελ. απρμφ/+γεν. + αιτ.) παρακαλώ, ζητώ
5. εἵμί = (+Κ/+ κατηγ. μτχ.) είμαι/ (απρόσωπο) είναι δυνατό/(+ δοτ. προσ. Κτητική) υπάρχω
6. ἐξελέγχω = (+αιτ./ +αιτ. + κατηγ. μτχ) αποδεικνύω

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Αρχαία Ελληνικά για το Άγνωστο Κείμενο Β’ & Γ’ Λυκείου (Βασικά Ρήματα και η Σύνταξή τους Νο 2)

1. αἵρομαι = Μ. (+ αιτ. + γεν. συγκρ.) προτιμώ κάποιον από / (+2 αιτ. Α+Κ) εκλέγω κάποιον ως / (+τελ. απαρέμφ.) προτιμώ να / Παθ. (+ποιητ. αίτιο) εκλέγομαι.
2. αἰτομαι = (+αιτ./ +αιτ. +τελ. απαρέμφ.) παρακαλώ.
3. αἰτιμαι = (+αιτ.) κατηγορώ κάποιον.
4. μύνω = (+δοτ.) βοηθώ / (+αιτ.) αποκρούω, προστατεύω
5. παγορεύω = (+τελ. απαρέμφ.) απαγορεύω / (+κατ. μετχ.) κουράζομαι να